Just…

18Απρ.11

The nights you won’t remember with the friends you will never forget


Πριν 3 Σάββατα, περί τα μέσα Αμαρτίου ξύπνησα νωρίς. Είδα έξω την μέρα ωραία και αποφάσισα να πάρω το ποδήλατό μου για βόλτες. Κατέβηκα κάτω και είδα το Λουλουδάκι που ταχτοποιούσε την κουζίνα.

«Που πας?» με ρωτάει.

«Πάω μία βόλτα με το ποδήλατο»

«Και μετά?»

«Μετά λέω να πάω από τον Μικρό Φασιστάκο για καφέ στο Τόκυο»

«Το ξέρεις ότι γιορτάζει σήμερα?»

«Γιορτάζει?» την ρωτάω γεμάτος απορία»

«Ναι. Γιορτάζει. Θα του πάρεις και ένα δώρο να του πάμε?»

«Οκ»

«Να σου δώσω και την ανακύκλωση να την πετάξεις τώρα που κατεβαίνεις?» με ξαναρωτάει.

«Οκ»

Βουτάει την σακούλα της ανακύκλωσης που είχε τιγκάρει και την πάει στην πόρτα. Μετά παίρνει μία άλλη σακούλα του σούπερ μάρκετ και αρχίζει και την γεμίζει με ότι περιοδικά και εφημερίδες υπήρχαν τριγύρω.

«Αυτή την εφημερίδα την θέλεις? Την έχεις διαβάσει?»

«Όχι»

Με κοιτάει σαν μπούφος.

«Όχι εννοώ στο πρώτο. Την έχω διαβάσει.» της εξηγώ.

«Α! Αυτή?» με ξαναρωτάει και παίρνει μία άλλη στα χέρια της.

«Όχι. Τις έχω διαβάσει όλες. Είναι όλες για ανακύκλωση» της λέω για να μην χασομεράμε.

Αφού ζούμπιξε καμιά 30αριά εφημερίδες στην ίδια σακούλα, βουτάει και μία δεύτερη και βάζει μέσα ένα τεράστιο ταψί.

«Αυτό πάλι, γιατί το πετάμε?» την ρωτάω.

«Είναι παλιό. Έχει μαυρίσει. Και έχω πάρει καινούργιο» μου λέει.

«Ε, τότε τι λες να πάμε δώρο αυτό στον Μικρό Φασιστάκο?»

«Είσαι καλά? Θα του πάω δώρο ταψί?»

«Ναι. Γιατί? Τώρα έχει μετακομίσει και δεν έχει πολλά κουζινικά… Μπορεί να το χρειάζεται»

«Δεν πάνε παιδί μου σε γιορτή δώρο ταψιά!… Τι θα πάω και θα του πω? Γεια σου, σου έφερα ένα ταψί για την γιορτή σου? Εξάλλου σου είπα, έχει μαυρίσει»

«Ωραία, δεν πειράζει, φύλαξέ το τότε. Κάποια στιγμή που θα βρω χρόνο, θα το τρίψω λίγο να φύγει η μαυρίλα, θα πάρω κι ένα χαρτί περιτυλίγματος από τον Βασιλόπουλο και μια κορδέλα, θα το τυλίξουμε και θα το πάμε δώρο σε κανά γάμο. Τι λες?» της κάνω και της κλείνω το μάτι για να την συγχύσω περισσότερο.

«Ναι, στον δικό σου» μου λέει εμφανώς νευριασμένη και με έσπρωχνε προς την έξοδο. «Άντε τώρα να κάνεις την βόλτα σου να δουλέψω και εγώ»

Τα Σάββατα στο Τόκυο πηγαίνω, γιατί έχει μεταξύ άλλων και τζάμπα φαΐ. Δυστυχώς όμως, σταμάτησε για Καλοκαίρι. Τα εκπληκτικά του εδέσματα, τα έφτιαχνε ο Μακαρονάς, ένα ωραίο και καλό παιδάκι εξ Ιταλίας. Κάθε φορά που μπαίνω μέσα, του λέω:

«Il gusto perfecto apo MISKO, kronia polla!»

«Τι είναι πάλι αυτό?» με ρωτάει.

«Δεν ξέρω ρε μαν» του λέω εγώ «αλλά το χω ακούσει κάπου και μου άρεσε και είπα να στο πω για να σ’ εντυπωσιάσω, μην με περάσεις και για κανέναν αγράμματο…»

Μετά από λίγο έρχεται και το Λουλουδάκι στο Τόκυο με τις φίλες της, τις κομουνίστριες και είχαν ντυθεί όλες εξωκοινοβουλευτική αριστερά.

«Γιατί φοράς τα γυαλιά? Θα διορθώσεις τίποτα γραπτά?» την ρωτάω.

«Όχι. Θα πάμε μετά θέατρο» μου λέει.

«Α!» της κάνω εγώ. Τις κοίταζα και τις τρεις πάνω-κάτω και προσπαθούσα να κατανοήσω γιατί οι γυναίκες όταν πάνε θέατρο, ντύνονται όλες Ροζίτα Σώκου. Και σ’ αυτά τα θέατρα τέλος πάντων που πάνε, πατάει άντρας? Ή τζάμπα καίει η λάμπα?

«Πήρες δώρο για τον Μικρό Φασιστάκο?» με ρωτάει.

«Γιες» της λέω εγώ.

«Τι του πήρες Μπουμπουκάκι?» με ρωτάει μέσα στο χαμόγελο.

Το Λουλουδάκι επειδή γράφει το κούτελό του: ‘Κάνε μου πλάκα’, της λέω:

«Ένα DVD. Μια ταινία»

«Ααα, ποια?»

«Εεε, το ‘Τρελαίνομαι για σάντουιτς’»

«Τι είναι αυτό?»

«Είναι μία ταινία, Ευρωπαϊκής παραγωγής, που περιγράφει τις ιστορίες μιας μοναχικής γυναίκας»

«Α! Κάτι σαν ‘Το δείπνο της Μπαμπέτ?» με ρωτάει.

«Εεε, όχι. Καμία σχέση. Ο τίτλος είναι αλληγορικός. Δεν έχει καμία σχέση με φαγητά και τέτοια»

«Μάλιστα. Και τι υπόθεση έχει?»

«Να» της λέω λίγο διστακτικά, «είναι μία γυναίκα μόνη και απ’ ότι έχω καταλάβει, νομίζει ότι είναι μία φέτα από σαλάμι»

«Μία φέτα από σαλάμι?» με ρωτάει έκπληκτη.

«Ναι. Νομίζει ότι είναι μία φέτα από σαλάμι και κατά την διάρκεια του, το έργο περιγράφει παραστατικά την αέναη πάλη, όλων αυτών των καταπιεσμένων συναισθημάτων και των ταμπού που υπάρχουν μέσα της, τα οποία της τα δημιούργησε το μικροαστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε και κατά την διάρκεια της αναζήτησης της προσωπικής της εξιλέωσης, ως το τέλος της ταινίας, εκεί όπου ο σκηνοθέτης κρατάει τον θεατή με αμείωτο ενδιαφέρον, εκεί όπου το έργο κορυφώνεται και απογειώνεται, εκεί τελικά είναι που έρχεται η δικαίωση και η λύτρωση»

«Και καλά, τι είναι αυτό που αναζητάει σε όλο το έργο?» με ρωτάει μέσα στην απορία, καθώς και οι 3 κομουνίστριες είχαν μείνει μαλάκας.

«Εεε, να. Δεν ξέρω πώς να στο πω, αλλά ψάχνει να βρει 2 άντρες να κάνουν τα ψωμάκια…» της λέω και της κλείνω το μάτι.

«Τιιι!!!???»» μου κάνει έκπληκτο το Λουλουδάκι. «Είσαι καλά ρε ηλίθιε! Πορνό πήγες και πήρες?! Πορνό θα πάω εγώ του ανθρώπου στην γιορτή του?» μου λέει εκνευρισμένη.

«Καταρχήν δεν είναι πορνό. Είναι τσόντα. Μετά τι να του έπαιρνα βρε Λουλουδάκι? Το βρήκα κιόλας προσφορά. 6.90. Δηλαδή εσύ τι ήθελες να του πάρω? Το ‘Νότινγκ Χιλ’? Εξάλλου, όλοι οι άντρες βλέπουν τσόντες»

«Ωραία και εγώ θα πάω μετά και θα του πώ: ‘Γειά σου Μικρέ Φασιστάκο και χρόνια πολλά. Σου πήρα δώρο το ‘Μου αρέσει το σάντουιτς?’. Και δεύτερον και κυριότερων ηλίθιε, λες μαλακίες, γιατί δεν βλέπουν όλοι οι άντρες τσόντες! Οι μαλάκες βλέπουν»

«Λουλουδάκι, καταρχήν δεν λέγεται ‘Μου αρέσει το σάντουιτς’, αλλά ‘Τρελαίνομαι για σάντουιτς’. Έπειτα ξέρεις εσύ κανέναν άντρα που δεν βλέπει τσόντες?» την ρωτάω και βάζω τα χέρια μου στην μέση περιμένοντας την απάντησή της.

«Ναι. Ο Τζων που τα είχα παλιά, δεν έβλεπε» μου κάνει.

«Καταρχήν εσύ μου έχεις πει ότι ο Τζων που τα είχατε παλιά ήταν μέγας τριμάλακας. Και δεύτερον, αν σου είχε πει ότι δεν έβλεπε τσόντες, τότε εκτός από μέγας τριμάλακας, ήταν τελικά και μέγας ψεύτης»

«Μπορεί ο Τζων να ήταν ότι ήταν, αλλά τσόντες δεν έβλεπε!» μου λέει κατηγορηματικά, γιατί το θεώρησε προσβολή να λέω μπροστά στις φίλες της (στον κύκλο της αριστεράς δηλαδή) ότι ο πρώην γκόμενος της έβλεπε τσόντες.

(Βαριέμαι να συνεχίσω. Πάω να πιω κάτι. Συνεχίζεται…).


Johnny Cash

03Απρ.11

Photo at Rockin’ the Casbah

 

How well I have learned that there is no fence to sit on between heaven and hell. There is a deep, wide gulf, a chasm, and in that chasm is no place for any man.

Johnny Cash

 

I Walk the Line

 

I keep a close watch on this heart of mine
I keep my eyes wide open all the time
I keep the ends out for the tie that binds
Because you’re mine, I walk the line

I find it very, very easy to be true
I find myself alone when each day is through
Yes, I’ll admit that I’m a fool for you
Because you’re mine, I walk the line

As sure as night is dark and day is light
I keep you on my mind both day and night
And happiness I’ve known proves that it’s right
Because you’re mine, I walk the line

You’ve got a way to keep me on your side
You give me cause for love that I can’t hide
For you I know I’d even try to turn the tide
Because you’re mine, I walk the line

I keep a close watch on this heart of mine
I keep my eyes wide open all the time
I keep the ends out for the tie that binds
Because you’re mine, I walk the line


Την επομένη Κυριακή κάναμε το τραπέζι στον Οδοντίατρο για να τον γνωρίσουμε οικογενειακώς. Ο Οδοντίατρος ήταν μάλαμα παιδί και λαμπρός επιστήμων και έτσι δεν άργησε αυτός να μπει στην καρδιά μας και εμείς στο ιατρείο του.

Δευτέρα κιόλας, πρωί-πρωί, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, κουβαληθήκαμε όλοι μαζί στο ιατρείο του.

Ντριν. Ντριν, του χτύπησε το κουδούνι ο πατέρας μου.

«Καλημέρα» μας έκανε έκπληκτος ο Οδοντίατρος καθώς άνοιξε την πόρτα και μας αντίκρισε όλους.

«Καλημέρα και σε σένα γιατρέ!» του κάναμε και οι 4 την ώρα που εισβάλαμε στο σαλόνι του και κατσικωθήκαμε στον καναπέ του.

«Εεε…, πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω? Θα θέλατε κάτι?» συνέχιζε να μας ρωτάει έκπληκτος ο Οδοντίατρος.

«Ναι. Αυτό το χαμόγελο» του λέει ο πατέρας μου και του δείχνει μία φωτογραφία του Τομ Κρουζ από την εποχή που γύριζε το Τοπ Γκαν.

«Μα κύριε Καραβάκο…» του λέει ο Οδοντίατρος.

«Ααα, θα σε μαλώσω. Μπαμπά. Μπα-μπα!» του λέει ο πατέρας μου και τον διακόπτει.

Εντάξει, αστειεύομαι, δεν έγινε έτσι, αλλά η φαντασία δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Από την ημέρα εκείνη που ο δύστυχος πήρε την αδερφή μου, ξημεροβραδιαζόμαστε  στο ιατρείο του.

«Πότε έχεις ραντεβού με τον Οδοντίατρο?» με ρώτησε τις προάλλες η μάνα μου.

«Την Πέμπτη. Στις 11» της απάντησα εγώ.

«Ωραία. Θα είμαι και εγώ εκεί. Έχω ραντεβού στις 12 και θα με φέρει ο πατέρας σου. Θέλεις να σου φέρω γεμιστά που έφτιαξα σήμερα και να σου φέρω και λίγο κιμά για μακαρόνια που τον έχω στην κατάψυξη? Δεν είναι πολύς. 3-4 μερίδες είναι. Θα τον βγάλεις από την κατάψυξη όποτε θέλεις, θα τον βάλεις στον φούρνο μικροκυμάτων και σε 5 λεπτά θα είναι έτοιμος»

«Οκ. Μήπως μπορείς να μου φτιάξεις και λίγο σπανακόρυζο?» της λέω εγώ.

Βλέπετε οι συχνές μας αυτές επισκέψεις στο ιατρείο του, δικαιολογούνται από το γεγονός, ότι εκτός από λαμπρός επιστήμων, ο Οδοντίατρος είναι και αλαφροχέρης. Και μέχρι τότε να σας ομολογήσω, ότι ήμασταν οικογενειακώς μεγάλοι χέστηδες. Οπότε, τώρα πια εκτός από θεραπεία, το βλέπουμε και σαν έξοδο.

«Θα με πονέσεις?» τον ρωτάω κάθε φορά που κάθομαι στην καρέκλα μου πριν ανοίξω το στόμα μου για να τον πειράξω.

«Όχι. Όχι. Μην ανησυχείς» μου λέει για να με καθησυχάσει.

«Α! Γιατί άμα πονέσω θα πω στην αδερφή μου ότι σε είδα με μία γκόμενα σε ένα μπαρ»

«Καλά, είσαι τρελός?! Πότε?»

«Εντάξει, δε σ’έχω δει, αλλά η αδερφή μου εμένα θα πιστέψει»

«Καλά, θα κάτσεις και θα πεις τέτοια πράγματα στην αδερφή σου?»

«Άμα με πονέχειχ? Γιέχ» του λέω με προφορά Βίλλυ- φίλου της Μάγιας της μέλισσας γιατί εντωμεταξύ μου έχει βάλει στο στόμα το σωληνάκι για τα σάλια.

Το μόνο κακό που έχει ο Οδοντίατρος, είναι ότι έχει δώσει πολύ μεγάλο βάρος στην επιστήμη και έχει παραμελήσει το φουαγιέ του. Θα καταλάβετε στην συνέχεια τι εννοώ.

Πριν αρκετό καιρό, είχα πάει εκεί με την αγαπημένη μου, για το ετήσιό της τσεκ απ. Τα δόντια της αγαπημένης μου, είναι από καλή πάστα βέβαια και ο Οδοντίατρος αρκέστηκε σε έναν απλό καθαρισμό. Εδώ να κάνω μία μικρή παρένθεση και να σας πω ότι αν όλος ο κόσμος είχε τα δόντια της αγαπημένης μου, τότε οι οδοντίατροι θα αντιμετώπιζαν σοβαρότερο πρόβλημα ανεργίας απ’ ότι δηλαδή αντιμετωπίζουν σήμερα οι ηθοποιοί (Σε αντίθεση με τα δικά μου που ανοίξανε καινούργιους δρόμους στην επιστήμη).

Καθώς περιμέναμε το προηγούμενο ραντεβού να τελειώσει, αρχίσαμε να ξεφυλλίζουμε τα περιοδικά.

«Χμμμ, μάλλον έχει καιρό να ανανεώσει τα περιοδικά» παρατηρεί η αγαπημένη μου.

Ναι. Αυτό εννοούσα πριν, όταν έλεγα ότι έχει παραμελήσει το φουαγιέ του. Τα περιοδικά είναι από τότε που το άνοιξε. Κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν συλλεκτικά.

«Εεε, ναι» απαντάω εγώ συγκαταβατικά.

Μετά από 10 λεπτά, μπήκαμε μέσα και αφού ολοκληρώθηκε το τσεκ απ, μας περιέγραφε τα σχέδια του ο γιατρός, καθώς είχε πάρει και το δίπλα μαγαζί και θα έκανε επέκταση του ιατρείου.

«Εδώ θα γίνει η αίθουσα αναμονής» μας έλεγε «και εδώ θα μπει μία τηλεόραση. Εδώ θα γίνουν οι τουαλέτες. Αυτός ο χώρος θα γίνει το γραφείο μου και το μέσα δωμάτιο, θα γίνει όλο ιατρείο»

«Συγνώμη που παρεμβαίνω» τον διακόπτει διστακτικά η αγαπημένη μου καθώς ήταν η πρώτη τους επαφή «Ωραία όλα αυτά, αλλά μήπως θα έπρεπε να ανανεώσεις λίγο και τα περιοδικά σου? Δεν είναι τόσο ωραίο να περιμένει κάποιος έξω και να μην έχει κάτι να διαβάσει…»

«Τι εννοείς? Ότι είναι παλιά?» την ρωτάει ο Οδοντίατρος.

«Ναι, χρειάζονται μια μικρή ανανέωση» του λέει ευγενικά η Αγαπημένη μου.

«Ναιαι?» γυρνάει και ρωτάει και μένα για να πάρει και μια δεύτερη γνώμη, για να ‘ναι σίγουρος για το άνοιγμα που θα έκανε.

«Ε, ναι ρε μαν! Έλεος! Ανάμεσα στα περιοδικά που έχεις, τώρα που έψαχνα, βρήκα ένα ‘Φαντάζιο’, μία ‘Ραδιοτηλεόραση’ που έχει συνέντευξη με την Γωγώ Ατζολετάκη και ένα PLAYBOY με την Δήμητρα Γαλάνη στο εξώφυλλο. Α, επίσης βρήκα και ένα περιοδικό ‘4ΤΡΟΧΟΙ’ που παρουσίαζαν σε επίσημη πρώτη το Autobianchi, αν σου λέει κάτι αυτό»

«Ε, άμα είναι έτσι…. Να πάω τότε αύριο να πάρω καινούργια» μας κάνει ο Οδοντίατρος και σηκώνει τυς ώμους.

«Δεν χρειάζεται μαν. Έχουμε σπίτι άπειρα. Θα στα φέρουμε αύριο Και την επόμενη βδομάδα θα σου φέρουμε άλλα».

Δε νεξτ ντέη που λέτε, γουί γουέντ δερ, η αγαπημένη μου και εγώ και του αφήσαμε μία ντάνα καινούργια περιοδικά (η αγαπημένη μου εργάζεται σε ένα από αυτά και τα παίρνει έτσι).

«Λοιπόν, σου αφήνουμε αυτά και παίρνουμε τα παλιά για να τα πάμε ανακύκλωση. Εντάξει?» του λέμε.

«Εντάξει βρε παιδιά! Σας ευχαριστώ πολύ» μας λέει.

«Προς Θεού! Τι λες τώρα» του κάνουμε.

Εμείς πήραμε τα περιοδικά, δεν τα πήγαμε όμως στην ανακύκλωση, τα πήγαμε όμως την Κυριακή το πρωί στο Μοναστηράκι και τα πουλήσαμε. Με τα λεφτά που πιάσαμε, κάναμε εκείνη την ανακαίνιση στο σπίτι που νοικιάσαμε εκείνο τον Δεκέμβριο και τα υπόλοιπα τα δώσαμε προκαταβολή για εκείνο το γκρι SMART που αγοράσαμε.

Τι θυμήθηκα τώρα που είπα για τα περιοδικά του Οδοντίατρου!…


Perfume

21Μαρ.11

…Έχοντας στη διάθεσή του ελάχιστα μέσα, χάρη στη μεγαλοφυία του και μόνο, είχε φτιάξει μια απομίμηση της ανθρώπινης μυρωδιάς και τα είχε καταφέρει τόσο καλά, ώστε μπόρεσε να ξεγελάσει ακόμα κι ένα παιδί.

Ήξερε ότι οι δυνάμεις του δεν σταματούσαν εκεί. Ήξερε ότι μπορούσε να βελτιώσει αυτή τη μυρωδιά. Θα δημιουργούσε μια ευωδιά, που δεν θα ήταν ανθρώπινη, αλλά ανώτερη ακόμα. Θα ήταν αγγελική.

Tόσο απερίγραπτα καλή και θελκτική, που όποιος την ανάσαινε, θα μαγευόταν και θ’αγαπούσε μ’ όλη του την καρδιά εκείνον που θα τη σκορπούσε γύρω του, δηλαδή τον Γκρενούιγ. Θα αναγκάζονταν να τον αγαπήσουν, όταν θα ένιωθαν τη μυρωδιά του, δεν θα τον δέχονταν απλά σαν όμοιό τους, θα τον αγαπούσαν μέχρι τρέλας, μέχρι αυτοθυσίας, θα έτρεμαν από αγάπη, θα φώναζαν, θα έκλαιγαν από ευτυχία, χωρίς να ξέρουν γιατί. Θα έπεφταν στα γόνατα, όπως στην εκκλησία που ήταν γεμάτη απ’ τη μυρωδιά του λιβανιού. Θα έπεφταν στα γόνατα μόλις θα τους πλησίαζε αυτός, ο Γκρενούιγ και θ’ ανάσαιναν την ευωδιά του.

Θα ήταν ο παντοδύναμος θεός των αρωμάτων, όπως το ’χε ζήσει με τη φαντασία του, μόνο που τώρα θα γινόταν στην πραγματικότητα. Με πραγματικούς ανθρώπους.  Ήξερε ότι μπορούσε να τα καταφέρει.  Γιατί οι άνθρωποι μπορούσαν να κλείσουν τα μάτια τους μπροστά στο μεγαλόπρεπο και το τρομερό ή το όμορφο. Μπορούσαν να κλείσουν τ’αυτιά τους στις μελωδίες και τα μαυλιστικά λόγια. Αλλά δεν μπορούσαν να ξεφύγουν απ’ τις μυρωδιές. Η μυρωδιά ήταν αδερφή της αναπνοής. Έμπαινε μέσα στους ανθρώπους μαζί με τον αέρα που ανάσαιναν κι εκείνοι δεν είχαν τρόπο να την αποφύγουν, όσο ζούσαν. Η μυρωδιά έμπαινε μέσα τους, ίσια στην καρδιά τους κι αποφάσιζε κατηγορηματικά για τη συμπάθεια ή την περιφρόνηση, για την αηδία ή τον πόθο, για την αγάπη και το μίσος. Όποιος εξουσίαζε τις μυρωδιές, εξουσίαζε και τις καρδιές των ανθρώπων.

 


Την Καθαρή Δευτέρα, πέρασε ο Όμορφος μαζί με την Άλε να με πάρουν, να πάμε στο πατρικό μου στην ορεινή Αττική για μαμ.

Εγώ, εκτός του τσιμπουσιού που θα ελάμβανε χώρα και του ότι δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω το τριήμερο, είχα 3 πολύ βασικούς λόγους να παρευρεθώ εκεί.

Πρώτον (και όχι κυριότερων), για να γνωρίσω το καινούργιο μέλος της οικογενείας μας.

«Τι ‘ν’ τουτ?» ρώτησα την μάνα μου καθώς τον αντίκρισα για πρώτη φορά.

«Ο Ορέστης» μου κάνει αυτή.

Εγώ εντωμεταξύ, όταν μου λένε ο Ορέστης, αποφεύγω να ρωτήσω: «Ποιος Ορέστης?», γιατί παλιά στο σχολείο (όχι πολύ παλιά) οι συμμαθητές μου όταν μαζευόμασταν στα διαλείμματα και με ρωτούσαν: «Τον είδες τον Ορέστη?» ή « Τον ξέρεις τον Ορέστη?» και εγώ τους ρωτούσα τότε μέσα στην αφέλειά μου: «Ποιόν Ορέστη?», αυτοί τότε μου απαντούσαν: «Τον π@uts@ μου τον πυροσβέστη. Ένα, μηδέν!» και μετά αυτοί γελάγανε και με κορόιδευαν και εγώ τότε στεναχωριόμουν και πήγαινα σε μια γωνιά και καθόμουν μόνος μου και από τότε αποφεύγω να κάνω αυτή την ερώτηση και έτσι και τώρα δεν ρώτησα την μάνα μου: «Ποιος Ορέστης?», γιατί δεν ήξερα τι είχε στο μυαλό της.

«Και καλά, που τον βρήκατε?» της λέω εγώ κάνοντας τρίπλα

«Μας τον άφησαν έξω από την πόρτα» μου λέει.

Ο Ορέστης λοιπόν, είναι ένα πανέμορφο και γλυκύτατο, καθαρόαιμο κοπρόσκυλο 2 μηνών, κανελί, με μαύρη μουσούδα, που καταχέζει όλη την οικουμένη. Και επειδή έχουμε ήδη 3, αν ενδιαφέρεται κανείς να τον υιοθετήσει, ας αφήσει το όνομά του στην γραμματεία

Βέβαια μέχρι πέρυσι, είχαμε 5, αλλά το ένα που λέτε πέθανε από βαθιά γεράματα και το πήρε κοντά του ο Θεός, γιατί ήταν πολύ καλό ζωντανό και όλοι είχανε να το λένε στην γειτονιά και στην ζωή του δεν είχε δαγκώσει ποτέ του άνθρωπο, ενώ το δεύτερο, μάλλον δεν άντεξε το κακό που μας χτύπησε την πόρτα και αυτοκτόνησε. Έπεσε κάτω από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου, 2 στενά κάτω από το σπίτι μας. Επειδή όμως και αυτό ήταν εξίσου καλό ζωντανό (άσχετα αν τους τελευταίους μήνες της ζωής του είχε πέσει σε κατάθλιψη) και επειδή είχαμε γνωστό και τον δήμαρχο (5 ψήφοι είμαστε), του προτείναμε, την οδό που άφησε την τελευταία του πνοή να την μετονομάσουμε σε ‘Αζόρ’, προς τιμήν του, αλλά αυτός μας είπε να πάμε να γαμηθούμε και εμείς μετά τον ρωτήσαμε αν αυτή είναι η τελευταία του κουβέντα και μας είπε, ναι, και εμείς από τότε, αποφασίσαμε όλοι μαζί οικογενειακώς, να μην τον ξαναψηφίσουμε, για να μάθει.

Ο δεύτερος λόγος (ούτε αυτός είναι ο κυριότερος), ήταν για να δω την μικρή μου αδερφή, που γύρισε από το ταξίδι της στο Άμστερνταμ και μου έφερε ναρκωτικά και ένα παζλ με 1000 κομμάτια του Βαν Γκονγκ (οπότε ξεχάστε με για καμιά βδομάδα) και κάτι πανέμορφα παπούτσια που τα φόρεσα χθες στην βόλτα που έκανα με το ποδήλατό μου στο κέντρο της Αθήνας που ήταν χαρά Θεού (Επιτέλους γαμώ το κρύο μου, γαμώ! Άμα ήθελα χιόνι θα ζούσα στο Όσλο) και έκαναν πάταγο στον γυναικείο πληθυσμό και απ’ όπου πέρναγα τα κοριτσόπουλα με πειράζανε.

«Φίου, φίου» μου σφύριζαν.

«Καλέ που πας με αυτά τα πανέμορφα παπούτσια?» με ρωτούσανε.

«Αφήστε με λυσσάρες» τους έλεγα εγώ και τίναζα πίσω το κεφάλι μου, καθώς περνούσα ανάμεσα από τις καφετέριες και από πίσω με ακολουθούσε λαχανιασμένη η αυτοπεποίθησή μου μιας και οι 2 δεν χωράγαμε πάνω στο ποδήλατό μου.

Ο τρίτος όμως λόγος που πήγα (και ο κυριότερος), ήταν γιατί η ανιψούλα μου έκλεινε τα 4 και θα το γιορτάζαμε.

«Τα τέσσερα?!» ρώτησε έκπληκτο το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου το δεξιό.

«Ναι, τα τέσσερα» απάντησε το δεξί.

«Πωωω!… Ρε συ, πως περνάνε τα χρόνια!» συνέχιζε να ρωτάει έκπληκτο το αριστερό ημισφαίριο το δεξί.

«Ναι» του απάντησε η φωνή της λογικής του δεξιού ημισφαιρίου. «Να σου υπενθυμίσω πάλι ότι το μωρό στο εξώφυλλο του δίσκο του Nevermind των Nirvana, είναι σήμερα 21 χρονών» συμπλήρωσε.

«Πσσς…, σαν χθες μου φαίνεται που μας μάζεψε στο τραπέζι η μεσαία μου αδερφή να μας ανακοινώσει ότι έχει φίλο και θα συζήσουνε…» συνέχιζε να συλλογίζεται μέσα στην μακαριότητα η γυναικεία πλευρά του εαυτού μου.

Ναι. Θυμάμαι έντονα εκείνο το Κυριακάτικο μεσημεριανό που μας μάζεψε η αδερφή μου και είπε το μεσημέρι να φάμε όλοι μαζί γιατί έχει κάτι σημαντικό να μας ανακοινώσει. Πέρασαν κιόλας 6 χρόνια από τότε.

«Πλύντε τα χέρια σας και ελάτε. Είναι έτοιμο το φαί» διέταξε η μάνα μου γύρω στις 3 καθώς έστρωνε το τραπέζι μαζί με την μεσαία μου αδερφή.

«Δεν γίνεται να φάμε σε λίγο?» είπε ο πατέρας μου. «Βλέπω μία εκπομπή για τον Μέγα Αλέξανδρο στο ΤΗΛΕΑΣΤΥ»

«Και εγώ βλέπω το ‘Παντρεμένοι με παιδιά’ στο ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» σιγοντάρισα.

«Και εγώ βλέπω μία συνέντευξη της Παπαρίζου στο ALTER» λέει η μικρή μου αδερφή.

«Όχι. Να έρθετε τώρα, γιατί έχω σερβίρει και θα κρυώσει» διέταξε πάλι η μάνα μου.

«Ουφ… Αμάν!» έκανα εγώ με το που έκατσα στην καρέκλα μου. «Θα χάλαγε ο κόσμος να τρώγαμε σε μισή ώρα?»

«Ναι και εγώ έβλεπα μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη με την Παπαρίζου» είπε η μικρή μου αδερφή.

«Ενδιαφέρουσα συνέντευξη με την Παπαρίζου? Για ποιο πράγμα μίλαγε. Για την αντρική τριχόπτωση?»

«Όχι. Έλεγε για το κομμάτι της που θα πει στην EUROVISION και ότι είναι μέσα στα 5 πρώτα στις προτιμήσεις. Το ξέρετε ότι είναι από τα φαβορί?»

«Ναι… Σιγά μην σκίσει κανά καλσόν. Όλο έτσι λένε και πάντα τελευταίοι βγαίνουμε» της λέω εγώ που είμαι μένταλιστ και βλέπω μπροστά.

«Θα σταματήσετε επιτέλους να τσακώνεστε να μας πει η αδερφή σας αυτό το σημαντικό πράγμα που έχει να μας πει?» μας διέκοψε η μάνα μου. «Πες μας κόρη μου, ποιο είναι αυτό το σημαντικό νέο?»

«Να… είμαι με ένα παιδί εδώ και λίγο καιρό και αποφασίσαμε να μείνουμε μαζί.»

Το νέο αυτό, έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία και αφού συνεφέραμε μετά από κανά 10λεπτο τον πατέρα μου που μέχρι τότε η κόρη του νόμιζε ότι ήταν αγνή, την πλακώσαμε όλοι μαζί στις ερωτήσεις για το ποιόν του φίλου της.

Τον λόγο πρώτος τον πήρε ο πατέρας μου και μετά ιεραρχικά, ακολουθήσαμε και οι υπόλοιποι.

«Είναι δεξιός?» την ρώτησε

Μετά τον λόγο τον πήρε η μάνα μου. «Είναι επιστήμων?» ρώτησε.

Μετά ήρθε η δικιά μου σειρά. «Είναι Παναθηναικός?»

Και στο τέλος ήρθε η σειρά της μικρής μας αδερφής. «Έχει ωραίους φίλους?»

Έτσι, αφού ο οδοντίατρος πέρασε όλα τα τεστ, μετά από λίγο καιρό φάγαμε κουφέτα.

Ο Οδοντίατρος

(Συνεχίζεται…)


Την επόμενη ζωή μου θέλω να την ζήσω ανάποδα.

Ξεκινάς από νεκρός.

‘Έτσι το γλιτώνεις αυτό.

Μετά ξυπνάς σε ένα γηροκομείο και αισθάνεσαι κάθε μέρα και καλύτερα.

Σε πετάνε έξω από το γηροκομείο γιατί δεν είσαι πλέον τόσο γέρος.

Πηγαίνεις και εισπράττεις την σύνταξή σου και μετά όταν αρχίζεις να δουλεύεις,

σου δίνουν δώρο ένα χρυσό ρολόι και κάνουν πάρτι για σένα την πρώτη μέρα στην δουλειά.

Δουλεύεις τα επόμενα 40 χρόνια μέχρι να γίνεις νέος και να χαρείς την ζωή.

Κάνεις πάρτι, πίνεις αλκοόλ και γενικά είσαι ‘ατακτούλης’.

Μετά είσαι έτοιμος για το γυμνάσιο.

Μετά πας στο δημοτικό, γίνεσαι παιδί, παίζεις.

Δεν έχεις ευθύνες, γίνεσαι βρέφος μέχρι τη στιγμή που γεννιέσαι.

Μετά περνάς 9 μήνες κολυμπώντας σε ένα πολυτελές σπά με όλα τα κομφόρ,

κεντρική θέρμανση και πλήρη εξυπηρέτηση, μεγαλύτερο χώρο κάθε μέρα και ‘Νάτο!!!’

Τελειώνεις σαν ένας οργασμός…!

Lucy Analyzes Charlie Brown